Κλεονίκη Δρούγκα
με δανεικό μολύβι
Σελίδες: 64, Τιμή: 10.60 ευρώ
ISBN: 978-960-592-181-1
Εκδόσεις Μανδραγόρας
Βιογραφικό
Η Κλεονίκη Δρούγκα είναι πτυχιούχος Φιλοσοφικής ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος. Οι καλλιτεχνικοί προσανατολισμοί της στρέφονται σε κινηματογράφο, ποίηση, πεζογραφία. Έχει εκδώσει, βιβλία επιστημονικού ενδιαφέροντος, τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Μανδραγόρας («Οκλαδόν με τον Χρόνο», 2022, «Ξεκάθαρο κρύο», 2023, «Με δανεικό μολύβι», 2024) και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις. Επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εισηγήσεις της σε πρακτικά ελληνικών και διεθνών συνεδρίων, ποιήματα-διηγήματα σε ποικίλα ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Έγραψε σενάρια μικρού μήκους. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Διδάσκει στο Τμήμα Κινηματογράφου ΑΠΘ «Σενάριο», στο Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» (Π.Δ.Μ.–Α.Π.Θ.) και είναι Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη στο πρόγραμμα «Συγγραφή, Επεξεργασία και Αξιολόγηση Σεναρίων» ΚΕΔΙΒΙΜ.
- Πιστεύετε ότι η ποίηση λειτουργεί σαν καθρέφτης της ψυχής του δημιουργού ή μπορεί να ξεπερνά τον ίδιο και να αποκτά δική της ύπαρξη;
Η ποίηση λειτουργεί διττά: ως καθρέφτης της ψυχής του/της δημιουργού που αποκαλύπτει το βάθος της, τα τραύματα αλλά και την ευαισθησία της για το ατομικό και το συλλογικό βίωμα, ακόμα κι αν ο/η δημιουργός δεν το επιδιώκει συνειδητά. Από την άλλη, η ποίηση συχνά ξεπερνά τον/την δημιουργό της. Όταν ένα ποίημα δημοσιεύεται ή διαβάζεται, αποκτά μια δική του ύπαρξη, ανεξάρτητη από τον/την αρχικό/ή του δημιουργό. Οι αναγνώστες/στριες το ερμηνεύουν μέσα από το δικό τους πρίσμα, το συνδέουν με τις δικές τους εμπειρίες και του δίνουν νέες διαστάσεις. Έτσι, η ποίηση μπορεί να επιβιώσει πέρα από τον χρόνο και το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκε, αποκτώντας μια δική της ζωή.
- Υπάρχουν στιγμές που νιώθετε ότι ένα ποίημα "απαιτεί" να γραφτεί από μόνο του; Πώς διαχειρίζεστε μια τέτοια εσωτερική ανάγκη;
Ναι, υπάρχουν τέτοιες στιγμές και τότε είναι σαν να γεννιέται ένα ποίημα από μόνο του, ανεξάρτητα από τη θέληση του δημιουργού. Αυτή η εσωτερική παρόρμηση μπορεί να προκύψει από έντονα συναισθήματα, μια ξαφνική έμπνευση ή ακόμα και από μια βαθύτερη ανάγκη να εκφραστεί κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Όταν συμβαίνει αυτό, η καλύτερη διαχείριση είναι να αφεθεί κανείς στη ροή της έμπνευσης. Δεν χρειάζεται φίλτρο ή ανάλυση· απλώς καταγραφή. Μερικοί γράφουν ακατέργαστα, αφήνοντας τις λέξεις να χυθούν στο χαρτί ή στην οθόνη, ενώ άλλοι τις ψιθυρίζουν πρώτα στον εαυτό τους, σαν να δοκιμάζουν τον ρυθμό τους. Αργότερα, έρχεται η στιγμή της επεξεργασίας -η οποία είναι αναγκαία- στη διάρκεια της οποίας το ποίημα αποκτά δομή, ρυθμό, μουσικότητα. Αλλά η πρώτη σπίθα, αυτή η ακατανίκητη ανάγκη, είναι καθοριστική – και όταν έρθει, η μόνη επιλογή είναι να της δώσει ο/η δημιουργός υπόσταση.
- Αν η ποίηση ήταν μια γλώσσα που δεν γνωρίζουν όλοι, ποια λέξη ή εικόνα θα ήταν η ιδανική "μετάφραση" της;
Αν η ποίηση ήταν μια γλώσσα άγνωστη στους περισσότερους, η ιδανική "μετάφρασή" της θα μπορούσε να είναι μια παύση ή σιωπή που φωνάζει ή ένα κύμα που αφήνει αποτυπώματα στην άμμο. Από την άλλη, ένα κύμα που χαράζει σχέδια στην άμμο συμβολίζει το πώς η ποίηση αφήνει στιγμιαία, αλλά βαθιά ίχνη μέσα μας. Όπως το νερό σβήνει και ξαναγράφει τις γραμμές του τοπίου, έτσι και η ποίηση αφού δημιουργηθεί, ερμηνεύεται και αναδημιουργείται κάθε φορά που κάποιος την διαβάζει ή την ακούει.
- Ποιοι ποιητές ή λογοτέχνες έχουν επηρεάσει το έργο σας και τη φωνή σας ως ποιήτρια;
Από την ελληνική ποίηση θα πρότασσα τον Κ. Π. Καβάφη, δεν θα μπορούσα να αγνοήσω τον Γιάννη Ρίτσο, που συνδύασε το λυρικό με το πολιτικό, ή την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, που έδωσε στην υπαρξιακή αγωνία μια μοναδική, σχεδόν σωματική μορφή αλλά και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Νίκο Καρούζο. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης επίσης, ο καθένας με τον δικό του τρόπο – ο ένας μέσα από τον στοχασμό και την εσωτερική πάλη, ο άλλος με τη μουσικότητα και το φως έπαιξαν ρόλο στον τρόπο που γράφω. Από τη διεθνή σκηνή, ίσως η Sylvia Plath, με την ωμότητα και την ένταση των εικόνων της, η Emily Dickinson, που έβλεπε το σύμπαν μέσα από τα μικρότερα, πιο οικεία πράγματα…
Όμως, αν μιλάμε για επιρροές, αυτές δεν προέρχονται μόνο από ποιητές/τριες. Μερικές φορές, ένα τυχαίο κομμάτι πεζού λόγου, μια φράση σε ένα γράμμα, ένας στίχος ή ακόμα και μια σκηνή από τον κινηματογράφο ή την καθημερινότητα μπορεί να αποτυπωθεί βαθιά μέσα μας και να βρει τον δρόμο του μέσα στην ποίηση.
- Αν η ποίηση μπορούσε να λάβει φυσική μορφή, τι πιστεύετε ότι θα ήταν; Ένας ποταμός που ρέει, ένα δέντρο που ανθίζει, ή κάτι άλλο;
Αν η ποίηση μπορούσε να πάρει φυσική μορφή, θα ήταν η ομίχλη που αγκαλιάζει το τοπίο τα ξημερώματα. Όπως η ομίχλη, η ποίηση δεν αποκαλύπτει τα πάντα με την πρώτη ματιά – αφήνει χώρο για το μυστήριο, την προσωπική ερμηνεία, το συναίσθημα που γεννιέται μέσα μας. Δεν είναι στατική, δεν έχει αυστηρά όρια· κινείται, αλλάζει, έρχεται και φεύγει, μερικές φορές τόσο ανεπαίσθητα που σχεδόν δεν την αντιλαμβάνεσαι, αλλά πάντα αφήνει κάτι πίσω της.
Θα μπορούσε επίσης να είναι μια ρίζα που μεγαλώνει αόρατα κάτω από το έδαφος. Η ποίηση, όπως και οι ρίζες, δεν φαίνεται πάντα στην επιφάνεια, αλλά τρέφει, συνδέει, στηρίζει. Ακόμα κι όταν δεν την προσέχεις, είναι εκεί, χτίζοντας υπόγεια έναν κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ανθίσει.
- Ο τίτλος αφήνει υπονοούμενα για κάτι που δανείστηκε αλλά ίσως ποτέ δεν επιστράφηκε. Υπάρχει κάτι στη δημιουργική σας διαδικασία που νιώθετε πως "δανείζεστε" από τον κόσμο γύρω σας;
Ναι, η δημιουργία είναι από τη φύση της μια πράξη «δανεισμού». Η έμπνευση δεν ανήκει αποκλειστικά σε εμάς—τη δανειζόμαστε από τον κόσμο, τις εμπειρίες, τις φωνές των άλλων, τις σιωπές. Δανείζομαι εικόνες: το φως που σπάει πάνω σε ένα παράθυρο, τη θλίψη στα μάτια ενός αγνώστου, το σχήμα που παίρνουν τα σύννεφα πριν τη βροχή. Δανείζομαι συναισθήματα: χαρά που δεν έζησα εγώ, αλλά την ένιωσα μέσα από κάποιον άλλον, μελαγχολία που πέρασε δίπλα μου και με άγγιξε χωρίς να της ανήκω.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι πως αυτό που «δανείζομαι» δεν επιστρέφεται ποτέ στην αρχική του μορφή. Μπαίνει μέσα στη γραφή, αλλάζει, γίνεται κάτι άλλο—μια νέα αφήγηση, ένα ποίημα, ένας ψίθυρος στο χαρτί. Ίσως η μόνη αληθινή επιστροφή είναι η στιγμή που κάποιος άλλος διαβάζει το ποίημα και βλέπει τον εαυτό του μέσα σε αυτό.
- Ποιο από τα ποιήματα της συλλογής θεωρείτε ότι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της συνολικής σας φιλοσοφίας; Γιατί;
Το πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα μιας συλλογής είναι εκείνο που συμπυκνώνει τη θεματική, τη φωνή και τη φιλοσοφία του/της δημιουργού του/της. Αυτό στη συλλογή «Με δανεικό μολύβι» είναι
«Πόντος, ωτία και δάκρυ»
Από την Τραπεζούντα ήρθε η γιαγιά μου
μ΄ έναν ντορβά ωτία
-αυτά είχαν μόνο-
τά ‘τρωγαν με τον πόνο μπουκιά μπουκιά
Χιόνιζε τότε στον Πόντο
κρύωνε η ματιά σαν γυρνούσε πίσω
πάγωνε τον χρόνο
στέρευε τα χείλη
έκλαιγε με αναφιλητά
έτριβε τα ρούχα
τη μυρωδιά του σπιτιού να βγάλει
Τώρα χορεύω μαζί της ποντιακά
-κι ας έφυγε-
όσο με παν τα πόδια
της λέω έλα γιαγιά
κι αυτή σηκώνεται
πιάνει τα χέρια στον κύκλο
μυρίζει Πόντο ωτία και δάκρυ.
Προχθές στον γάμο έπιασα το χέρι της
έκανε ζέστη
μούσκεμα έγινα
αυτός ο Πόντος με τόσο νερό δεν
φεύγει από πάνω μου.
Το ποίημα "Πόντος, ωτία και δάκρυ" είναι μια δυνατή αποτύπωση μνήμης, παράδοσης και προσωπικής σύνδεσης με το παρελθόν. Είναι το τελευταίο στη συλλογή Με Δανεικό Μολύβι, και από τα πιο αντιπροσωπευτικά της φιλοσοφίας μου, γιατί εμπεριέχει την έννοια του δανεισμού και της κληρονομιάς—μια ιστορία, μια γεύση, ένας χορός που περνάει από γενιά σε γενιά και δεν χάνεται. Η γιαγιά έρχεται από την Τραπεζούντα, κουβαλώντας ελάχιστα υλικά πράγματα αλλά τεράστιο συναισθηματικό βάρος. Τα ωτία, ένα παραδοσιακό ποντιακό γλύκισμα, γίνονται σύμβολο επιβίωσης, μνήμης και απώλειας. Το χιόνι στον Πόντο δεν είναι μόνο φυσικό, αλλά μεταφορικό—η παγωνιά της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, του πόνου. Όμως, το ποίημα δεν μένει μόνο στη θλίψη. Η τελευταία στροφή εκφράζει την πεποίθηση ότι η γιαγιά μου δεν έχει «φύγει» πραγματικά. Ο χορός, η μουσική, το σώμα που ιδρώνει από τον ρυθμό -όλα- είναι τρόποι για να την κρατήσω κοντά μου. Ο Πόντος γίνεται κομμάτι του σώματος, ανεξίτηλος, σαν κάτι που δεν ξεπλένεται, σαν μια μνήμη που δεν φθείρεται.
Τελικά όσα "δανειζόμαστε" από τις προηγούμενες γενιές δεν τα επιστρέφουμε, αλλά τα κουβαλάμε μέσα μας, τους δίνουμε νέα μορφή, τα ζούμε και τα ξαναγράφουμε.
- Οι εικόνες στα ποιήματα φαντάζουν τόσο προσωπικές όσο και οικουμενικές. Πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε ανάμεσα στην προσωπική σας έκφραση και στις κοινές εμπειρίες που μπορεί να αγγίξουν τον αναγνώστη;
Η ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και το οικουμενικό είναι η καρδιά της ποίησης. Οι πιο δυνατές εικόνες συχνά ξεκινούν από μια προσωπική μνήμη ή εμπειρία, αλλά, αν εκφραστούν με ειλικρίνεια και βαθιά αίσθηση, μπορούν να γίνουν καθρέφτης και για άλλους. Ένας τρόπος να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία είναι η επιλογή συμβόλων και καθημερινών λεπτομερειών που, ενώ προέρχονται από ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, μιλούν σε κάτι μεγαλύτερο. Για παράδειγμα, στο ποίημα "Πόντος, ωτία και δάκρυ", η εικόνα της γιαγιάς που χορεύει, το αλεύρι στα χέρια της, ο ιδρώτας από τον χορό—όλα αυτά είναι βαθιά προσωπικά, αλλά ταυτόχρονα συνδέονται με τη μνήμη, την προσφυγιά, την οικογενειακή κληρονομιά.
Ένα άλλο στοιχείο είναι η συναισθηματική αλήθεια. Ακόμα και αν η ιστορία ή οι εικόνες είναι προσωπικές, αν το συναίσθημα είναι αυθεντικό, θα βρει τον δρόμο του προς τον αναγνώστη. Ο πόνος, η νοσταλγία, η χαρά, η απώλεια είναι κοινά βιώματα, ακόμα κι αν οι αφορμές τους είναι διαφορετικές για τον καθένα. Τελικά, η ποίηση είναι σαν ένα μυστικό μονοπάτι: ξεκινά από μέσα σου, αλλά αν το χαράξεις σωστά, ο αναγνώστης θα μπορέσει να το ακολουθήσει και να βρει κάτι δικό του μέσα του.
- Πολλά ποιήματα στη συλλογή εξερευνούν αντιθέσεις, όπως το τραγικό με το καθημερινό ή το παρελθόν με το παρόν. Πώς αυτές οι αντιθέσεις επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε την έννοια του χρόνου;
Ο χρόνος είναι μια εκτός-ισορροπίας διαδικασία. Είναι πάντα μοναδικός και μεταβαλλόμενος και αλλάζοντας τις δραστηριότητες που κάνουμε, το περιεχόμενο της εμπειρίας μας, αλλάζουμε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Αν το παρελθόν πονάει, τότε θεραπεύουμε τον πόνο με μια διαδικασία κατασιγαστική του πόνου, πχ τη γραφή. Αν η μνήμη λειτουργεί θεραπευτικά, διατηρούμε τη μνήμη με τρόπους, όπως η συγγραφή, γιατί χάρη σ’ αυτήν ο/η δημιουργός υπάρχει καλύτερα. Αυτό ακριβώς κάνω εγώ.
10. Αν κάποιος διάβαζε μόνο ένα ποίημα από τη συλλογή σας, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό και γιατί; Τι θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει απόλυτα το πνεύμα του έργου σας;
Αν κάποιος διάβαζε μόνο ένα ποίημα από τη συλλογή μου και δεν είναι το προηγούμενο, θα ήθελα να είναι το ποίημα οδηγός Μπράιγ, γιατί συνοψίζει με σαρκασμό και αυτοσαρκασμό τη σύγχρονη αναλγησία και υποκρισία του ανθρώπου, την αναλήθεια και την αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει μέχρι που κάτι θίγει τα συμφέροντά του.
Οδηγός Μπράιγ
Στον διάδρομο ευθεία να πάτε
αριστερά δεν έχει φως
δεξιά θα χαθείτε
προχωρήστε πιο κάτω
στον πίνακα ζωγραφικής
ο Αδάμ κι η Εύα χωρίς μήλο
-πάει κι αυτό
φαγώθηκε.
Μπροστά
θα δείτε ένα ψυγείο
σπρώξατε λίγες
κονσέρβες συναισθήματα ή
κάτι μουχλιασμένες ενοχές και
βάλτε την
στην κατάψυξη.
Για ώρα ανάγκης
χαμένη τη συνείδηση.
(από την ποιητική συλλογή «Με δανεικό μολύβι», εκδ. Μανδραγόρας, 2024)
Η άποψή μου, με λίγα λόγια, για το βιβλίο :
Το "Με δανεικό μολύβι" είναι μια ποιητική συλλογή που επικεντρώνεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, αναδεικνύοντας συναισθήματα και σκέψεις μέσα από απλές εικόνες και στιγμές. Η Κλεονίκη Δρούγκα χρησιμοποιεί έναν άμεσο, ανεπιτήδευτο τρόπο γραφής που δίνει έμφαση στη δύναμη της γλώσσας να μεταφέρει προσωπικές εμπειρίες και συναισθήματα.
Η ποίηση της συλλογής διακρίνεται από ελευθερία στη μορφή και την έκφραση, αφήνοντας περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες από τον αναγνώστη. Παρ’ όλα αυτά, το αφαιρετικό της ύφος μπορεί σε ορισμένα σημεία να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο για διαφορετική προσέγγιση, ανάλογα με τις προτιμήσεις και την αισθητική του καθενός.
Το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε αναγνώστες που απολαμβάνουν την εσωτερικότητα και τον στοχασμό μέσα από ποιήματα που εξετάζουν τις λεπτές αντιθέσεις της ζωής. Η συλλογή αυτή δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να μιλήσει με αμεσότητα, αφήνοντας στον αναγνώστη τον χώρο να βρει τη δική του αλήθεια.
συνέντευξη στην Εύη Γκάλαβου
Σχόλια