αίσχο(ς)(λ) Φεβρουαρίου 01, 2014 Λήψη συνδέσμου Facebook X Pinterest Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο Άλλες εφαρμογές Νομοθετικά νόμιμοι άνδρες νομοθετούν νόμιμα νόμους για να νομιμοποιήσουν νόμιμα και νομικά τον ανόητο * εγωισμό τους. * συνώνυμα βλάκας, ηλίθιος, χαζός· (μεταφορικά) βλίτο, βούρλο, κουμπούρας, κούτσουρο, μπούφος, ντουβάρι, τούβλο Εύη Γκάλαβου Σχόλια
Σχόλια