Ρόδο στο χιόνι.




Ήμουν στον διπλανό διάδρομο. Έβαζα τα παγοπέδιλα όλο χαρά μέσα στον σάκο μου. Έπιασα το φερμουάρ σαν να ’ταν το χρυσό που χρόνια επιθυμούσα και μοχθούσα για να το κερδίσω. Μέσα στη ζάλη της χαράς, άκουσα τα κλάματα της. Ένας διάδρομος από ντουλάπες σαν στρατιωτάκια μας χώριζαν. Μα όταν άκουσα τα αναφιλητά της, κατάλαβα πως μας ένωναν πολλά περισσότερα από τη δίψα για τη νίκη.
   - Είσαι αξιολύπητη Έλια έλεγε και ξανάλεγε δυνατά και θυμωμένα, σαν λυσσασμένος σκύλος δεμένος  με λουρί σφιχτά στο λαιμό του. Ήταν ο πατέρας της. Οι άγριες φωνές του, μου θύμισαν τον δικό μου.
   Ξαφνικά ένιωσα ξανά ένα από εκείνα τα παλιά και δυνατά χαστούκια. Πού έβρισκε τη δύναμη, πάντα αναρωτιόμουν. Φιλάσθενος, κοκαλιάρης, έκρυβε τόση δύναμη, τόσο μίσος μέσα του, για ποιόν; Για μένα! Ευτυχώς εγώ ήμουν τυχερή!  Μπήκε εκείνη τη στιγμή η μητέρα μέσα, πάγωσε προς στιγμήν. Δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της. Τι φθόνο πέταξαν εκείνα τα γαλάζια μάτια που όταν με αγκάλιαζε θαρρείς και δεν υπήρχε πιο όμορφο χρώμα στη γη επάνω!
   Το νεύμα των ματιών εκείνων που πέταγαν φλόγες και τον έκαψαν ζωντανό, ακολούθησα πιστά και πήγα στο δίπλα δωμάτιο. Έκλεισα τα αφτιά και άρχισα να σιγοτραγουδώ, να μην ακούω…
Δεν έμαθα ποτέ τι έγινε πίσω από την κλειδωμένη πόρτα.
   - Θέλεις να κερδίσεις το πρωτάθλημα έτσι δεν είναι; Με απογοήτευσες Έλια και ακούστηκε ήχος βαρύς σαν να σκίζονται οι ουρανοί, έτοιμοι να ρίξουν αστραπές και κεραυνούς. Κι εκείνη σώπασε.
   Έκανα ένα βήμα να σηκωθώ μα παιδάκι εγώ, πώς να τα βάλω με τον μεγάλο; Δεν την άκουγα. Η καρδιά μου χτυπούσε τώρα δυνατά, ήθελε να βγει απ’ το σώμα μου, να τρέξει δίπλα της, να τιμωρήσει τον σακατεμένο άνδρα, να χαϊδέψει την Έλια.  Να ακουμπήσει το χέρι στον λαιμό, να ψάξει για μιαν ένδειξη ζωής.
   Άκουσα την πόρτα βάρβαρα να κλείνει και η καρδιά μου έκανε τη χάρη και επέστρεψε στο σώμα μου.  Δούλεψε γοργά, τροφοδότησε τα αγγεία βιαστικά με τροφή και πήρα δύναμη να σηκωθώ. Τα πόδια θαρρείς και δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα. Έβγαλα πρώτα το κεφάλι μου να δω αν  είχε φύγει.
   Αυτό που αντίκρισα ήταν ανατριχιαστικό! Το πρόσωπο της γεμάτο αίματα και εκείνη χάμω στο πάτωμα. Το τριανταφυλλί λαστιχένιο κοκαλάκι είχε φύγει απ’ τα μαλλιά της, πεσμένο κι εκείνο εκεί δίπλα της, να την κοιτάει θλιμμένο. Πήγα κοντά της, τη σκούντησα, της μίλησα... τρόμαζα μόνο που την έβλεπα έτσι. Έτρεξα για βοήθεια. Έμαθα, αργότερα πως έχασε την ακοή της από το αριστερό αφτί και το αριστερό μάτι λοξοδρόμησε και κοιτούσε πάντα πίσω της. Θαρρείς και φοβόταν μήπως και τον ξανασυναντήσει…



Όπως δημοσιεύτηκε στο Πολιτιστικό περιοδικό Λόγου και Τέχνης ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ Ο Θεσσαλός, τεύχος 37

Εύη Γκάλαβου 




Σχόλια

Ο χρήστης Fairy tale είπε…
Είναι κι αυτή μιά εικόνα του ταξιδιού προς την Ιθάκη..άκρως περιγραφική..Καλή συνέχεια!
Ο χρήστης paraskevi malouxou είπε…
πω πω!! ... πολύ ωραίο!!
Ο χρήστης Γυναίκα είπε…
Fairy tale καλώς όρισες!
Καλά ταξίδια...
Σε ευχαριστώ για την "στάση" στον χώρο μου.
Ο χρήστης Γυναίκα είπε…
Παρασκευή χαίρομαι με τον ενθουσιασμό σου. :-)
Καλό απόγευμα καλό σ.κ!